ἑνδεκάκλινος

ἑνδεκᾰ-κλῑνος, ον,
A with eleven couches: κεφαλὴ ἑ. big enough to hold eleven couches, Telecl.44.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ενδεκάκλινος — ἑνδεκάκλινος, ον (Α) (σκωπτικώς) αυτός που έχει τόσο μεγάλο κεφάλι ώστε χρειάζεται ένδεκα ανάκλιντρα για να ξαπλώσει …   Dictionary of Greek

  • ἑνδεκακλίνου — ἑνδεκάκλινος with eleven couches masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.